ΚΑ-ΛΑ
Όλα τα καλά του κόσμου
άρχισαν
από κάποια θειά
ή/και
γιαγιά σου.
°
Κα
Λα
Κα-Λα
Κα-Λα
Κα-Λα καλα καλα καλα καλα
καλα καλα καλα καλα καλα
καλα καλα καλα καλα καλα
καλά καλά καλά καλά καλά
καλάκαλάκαλάκαλάκαλάκα
λάκαλάκα λάκα λάκα
λάκα λάκα λάκα λάκα
λάκα
λάκα
Λάκα.
Λάκα μαύρη
το τραπεζάκι μέσης
στο διαμέρισμα της θείας Πόπης.
Το γωνιακό.
Που μπαίνεις κι έχει πάντα
σοκολατάκι να σου δώσει.
Αυτά που περιμένουν
στο βοηθητικό τραπεζάκι
δίπλα απ’ τον καναπέ.
Τα ΙΟΝ φουντούκι.
Τα πράσινα.
Κάθε σπίτι κάποιας θειάς
ή/και
γιαγιάς
είχε από τέτοια.
Έλα που δεν τα θυμάσαι.
Εκεί πάνω στο τραπεζάκι ήταν.
Θα τα ‘τρωγες χωρίς να θυμάσαι.
Περίμενες οτι θα τελειώσουν κάποτε.
Μόνο που δεν τελείωναν ποτέ.
Κάθονταν σκονισμένα σε εκείνο το μπολάκι.
Το γυάλινο.
Το βαρύ.
Με τα σκαλισμένα λουλούδια.
Που τα απογεύματα όταν έπεφτε ο ήλιος
χάζευες του ιριδισμούς του.
Και τη σκόνη του.
ΙΟΝ φουντούκι.
Αθάνατα.
Ατελείωτα.
Τί ημερομηνία λήξης να είχαν αυτά τα σοκολατάκια;
Ευτυχώς κανείς δεν έμαθε.
Κι έτσι τρώγονταν.
Κι έτσι τα ‘τρωγες κι εσύ.
Και τα αδέρφια σου.
Καμιά φορά κι η μαμά σου.
Και πιο σπάνια ο μπαμπάς.
Έστω μερικά.
Έστω κι αυτά.
Ακόμα κι αν συνεχίζεις
να μην τα θυμάσαι
σίγουρα θα θυμήθηκες
τις πολύχρωμες καραμέλες.
Δεν μπορεί
ξέρεις ποιες λέω.
Αυτές τις σκληρές.
Τις στρογγυλές.
Με το μικρό κυκλάκι στη μέση.
Κι αυτές βρίσκονταν σε μπολάκια.
Πάνω σε τραπέζια μέσης.
Τις συγκεκριμένες δεν τις θυμάμαι στης θείας Πόπης
αλλά στης γιαγιάς.
Άγνωστης λήξης κι αυτές.
Το μόνο ότι καταλάβαινες
αν ήταν καιρό μες το μπολάκι
απ΄το πόσο δύσκολο σου ήταν
να ξετυλίξεις το πλαστικό τους περιτύλιγμα.
Κάποιες φορές ήταν πολύ δύσκολο.
Σχεδόν ανέφικτο.
Και πάλι όμως θα τις έτρωγες.
Κι ας σου τύχαιναν αυτές
της παμπάλαιας φουρνιάς.
Όσο μπορούσες να βγάζεις το πλαστικό
θα τις έτρωγες.
Θα τις ξεμπαγιάτευες στο στόμα
με το σάλιο σου.
Κι αν ήταν και η γεύση που ήθελες
αυτή που είχες δοκιμάσει
την προηγούμενη φορά
και σ’ άρεσε
τότε όλα καλά.
Καλά θυμάσαι.
Ναι.
Και ένιωθες καλά.
Τότε ναι.
Τότε όλα καλά.
Πιπιλούσες μια μπαγιάτικη καραμέλα
απροσδιορίστου ηλικίας.
Απροσδιορίστου.
Και το μόνο που ευχόσουν
ήταν να μπορείς
να ξετυλίξεις
το πλαστικό της δέρμα.
Και να είναι η αγαπημένη σου.
Όλοι την φράουλα ήθελαν.
Κι έμεναν πάντα τα πορτοκάλια.
Μόνα στο μπολ.
Και όλο και έλιωναν.
Γιατί τα πορτοκάλια
δεν τα προτιμούσε κανείς.
Και γίνονταν ένα με το πλαστικό.
Ένα και με το γυάλινο σκονισμένο μπολ
που ιριδίζει στον ήλιο.
Και ιρίδιζαν κι αυτές.
Και ξαφνικά γίνονται όλα ένα.
Η εικόνα κολλάει.
Ολόκληρη.
Γίνεται εξπρεσιονιστικός πίνακας.
Ένα το λευκό με το πορτοκαλί.
Ένα και το μωβ με το φούξια.
Και το τραπεζομάντηλο
από συνθετικό μετάξι
σε χρώμα γκρι περλέ
με λουλούδια κεντημένα
με χρυσή κλωστή
να ιριδίζει κι αυτή.
Όλα ένα.
Οι καραμέλες μια μαρμελάδα
πάνω στο περλέ
και το χρυσό
που λιώνει
και ιριδίζει
και αρχίζουν όλα να ανακατεύονται
και να γυρίζουν
με κέντρο το πορτοκαλί.
Ξύπνησα
με μια αίσθηση αναγούλας.
Πήγα στο μπάνιο.
Νόμιζα ότι είχα μόλις καταπιεί
μια Απροσδιορίστου.
Ένιωθα την γεύση της
να ‘χει κολλήσει μες το στόμα μου.
Νόμιζα θα κάνω εμετό.
Αλλά μετά θυμήθηκα.
Θυμήθηκα ότι η αρχή
ήταν πάντα ευχάριστη.
Βασικά όχι η πολύ αρχή.
Το λίγο μετά.
Απ’ την στιγμή που τις ξεμπαγιάτευες
με το σάλιο
και άρχιζαν να δίνουν γεύση.
Μου άρεσε αυτή η πράσινη.
Η δυσεύρετη.
Τι ήταν μέντα;
Ναι.
Άντε να ‘χε τρεις όλες κι όλες
μες την οικογενειακή συσκευασία.
Μόνο σε οικογενειακές συσκευασίες
έβγαιναν αυτές.
Οι Απροσδιορίστου.
Για να τις τρώνε όλες οι γενιές.
Και γιατί τρεις μου λες;
Γιατί σε ολόκληρη οικογενειακή συσκευασία
τρεις οι πράσινες
και οι πορτοκαλί περισσότερες απ’ όλες;
Και μετά έμενε η θειά
ή/και
η γιαγιά
με τις πορτοκαλί
τις περισσότερες απ’ όλες.
Να μην ξέρει τί να τις κάνει.
Δεν χωρούσαν στο μπολάκι
και τις έχωνε σε κουτάκια μπιμπελό.
Τις έχωνε όπου έβρισκε.
Έτσι ώστε να μην υπήρχε περίπτωση
να μη φάνε όλοι οι Χανς κι όλες οι Γκρέτελ της οικογένειας.
Έτσι ώστε όπου κι αν καθόσουν και στεκόσουν
να άπλωνες το χέρι
και να έπιανες μία.
Από κάποιο κουτάκι.
Από κάποιο πορσελάνινο καλαθάκι.
Από κάποιο ασημικό δισκάκι
αν όχι απ’ το γυάλινο το μπολ.
Να ‘χει ο καθένας δίπλα του
από μια καραμέλα.
Κι ας ήταν
απ’ τις πορτοκαλί Απροσδιορίστου.
Να την έχει για παρηγοριά
έτσι κι άκουγε κάτι δυσάρεστο.
Να κατάφερνε να την ξετυλίξει.
Και να την έβαζε στο στόμα του.
Σαν πιπίλα.
Και να περιμένει να κάνει την δουλειά της.
Σαν χαπάκι.
Έτσι ώστε μετά κανείς
να μην μπορεί να ανοίξει
το στόμα του να απαντήσει
σε αυτό που άκουσε.
Να έχουν κολλήσει τα δόντια μεταξύ τους.
Και η γλώσσα
στον ουρανίσκο
ακινητοποιημένη.
Επίτηδες τις είχαν αυτές
τις καραμέλες.
Οι θειές
ή/και
οι γιαγιές.
Εκπαίδευση σου έκαναν.
Στα κρυφά.
Κι εσύ δεν το ‘ξερες.
Την προίκα τους σου έδιναν.
Έτσι ώστε
στα ενήλικα
τα μετέπειτα σου
κάθε φορά που
θα ακούς από ‘κείνες τις ερωτήσεις
τις «πώς είσαι;» και «τί κάνεις;»
να ‘χει το στόμα
αυτόματη αντίδραση.
Η πρώτη φορά θα είναι δύσκολη.
Θα νιώσεις κάτι να σε πιέζει.
Κάτι δυσάρεστο.
Θα νιώσεις ξαφνικά
οτι είναι αδύνατον
να ανοίξεις το σαγόνι σου.
Η γλώσσα θα κολλήσει
σαν μαγνητάκι πάνω στον ουρανίσκο.
Και τα δόντια θα κλείσουν απότομα.
Θα κολλήσουν
κι αυτά μεταξύ τους.
Σαν κάποιος να τους έβαλε κόλλα διαρκείας
και μετά να τα βίδωσε κιόλας.
Θα νιώσεις σαν μωρό
που προσπαθεί να πει
δυο συλλαβές.
Έτσι είναι η πρώτη φορά.
Δύσκολη.
Και θα έχεις και τον κάποιον άλλον.
Απέναντι.
Με χρόνο.
Να μετράει.
Να περιμένει.
Να ακούσει μια απάντηση.
Κι ακόμα κι αν είναι
απ’ αυτούς
τους υπομονετικούς
που δεν τους νοιάζει ο χρόνος
που μπορεί να περιμένουν μια ζωή
για να σε ακούσουν να μιλάς.
Να μιλάς.
Καταλαβαίνεις τι λέω;
Να μιλάς.
Ακόμα κι έναν τέτοιο
να έχεις απέναντί σου
δεν καταφέρνεις να το ανοίξεις
το ρημάδι.
Κρύος ιδρώτας στο σβέρκο σου.
Και στην πλάτη κάτω χαμηλά.
Και τα μάγουλά να φουντώνουν.
Και κάνεις προσπάθεια
γιατί πρέπει κάτι να πεις.
Ακόμα κι αν είναι
ο άλλος
ο υπομονετικός
μπροστά σου.
Πρέπει κάτι να πεις.
Όλοι θέλουν μια απάντηση.
Σε κανέναν δεν αρέσουν οι αναπάντητες.
Γιατί δεν μπορώ να μιλήσω;
Να πω.
Θέλω να
Πω.
Καταλαβαίνεις;
Καταλαβαίνεις τί λέω;
Και προτού το καταλάβεις
έτσι παραμορφωμένος
που θα είσαι
με τα σαγόνια καρφωμένα
να ιδρώνεις
να πετάγονται οι φλέβες στον λαιμό σου
να κοντεύεις να πάθεις ασφυξία
το μόνο που θα βγαίνει
απ’ το στόμα
τελικά
θα είναι ένα
Κα.
Και ένα
Λα.
Ένα
Κα-Λα.
Έτσι γινόταν.
Στην αρχή.
Την πολύ αρχή.
Εκείνη που δεν θυμάσαι.
Κι έτσι
άρχισαν οι πονοκέφαλοι.
Και οι ημικρανίες.
Όσο προσπαθούσες
να αντισταθείς.
Και να ανοίξεις.
Και να αρθρώσεις.
Φρικτοί πόνοι.
Τρυπάνια.
Δεν τους θυμάσαι.
Αυτούς τους πόνους
δεν τους έπιανε ντεπόν.
Ούτε καν πονστάν.
Και κάποια στιγμή
σαν άνθρωπος κι εσύ
κι όλοι μας
(παιδιά ακόμα
που τον πόνο δεν αντέχουν)
είπες εκείνη την κάποια στιγμή
την πρώτη
την παρθενική
είπες
δε γαμιέται.
Και σταμάτησες.
Να αντιστέκεσαι.
Και άνοιξες το στόμα.
Όπως μπορούσες.
Το άνοιξες.
Και βγήκε εκείνο
το πρώτο σου
Κα-Λα.
Το παρθενικό.
Και μετά το ξαναπες.
Και το ξαναπες.
Και άρχισες να το λες.
Όλο και πιο συχνά.
Όλο και πιο πολύ.
Τόσο που σταμάτησες να το ακούς.
Τόσο
που οι συλλαβές έβγαιναν
απ’ το στόμα
χωρίς να τις προλαβαίνεις.
Και είδες πόσο εύκολα
όλα γίνονταν.
Πόσο
καλά.
Πόσο
Απροσδιορίστου καλά.
Κι έτσι.
Από τότε.
Σου ‘γινε και σένα καραμέλα.
Και πλέον
ως ενήλικας
έμαθες να τις πιπιλάς
με τεχνική.
Να τις χρησιμοποιείς αναλόγως
και ανά περίπτωση.
Σαν τάπα.
Ας πούμε.
Για παράδειγμα όταν σε ρωτούσαν
και δεν είχες όρεξη
ή/και
χρόνο
ή/και
κουράγιο.
Ή όταν το ‘βλεπες
στα μάτια αυτού που ρώτησε
να θέλει να το ακούσει.
Να θέλει λυσσαλέα.
Να ακούσει αυτές τις δυο συλλαβές.
Να βγαίνουν απ’ το στόμα σου.
Το όχι πλέον εξαρθρωμένο.
Και τον έβλεπες.
Με αγωνία το περίμενε.
Σχεδόν τον άκουγες
να το ψιθυρίζει ο ίδιος.
Σαν εγγαστρίμυθος.
Με το βλέμμα μικρού παιδιού
να παρακαλάει.
Για αυτές τις δυο συλλαβές.
Ε εκεί το λες.
Δεν το λες;
Εκεί πώς να σου πάει η καρδιά
να μην το πεις;
Εκεί απλά του το λες
να πάει στα κομμάτια.
Σαν να του το κάνεις δώρο.
Να αισθανθεί και εκείνος
καλά.
Ή και στην περίπτωση
ας πούμε
που έχεις θολώσει
και θες να ξεμπερδέψεις.
Ας πούμε
όπως με την μάνα σου
ώρες ώρες.
Να μην το πεις κι εκεί;
Να μην το πεις να πάει το παλιάμπελο;
Το πολύ πολύ
να χωρέσεις και ένα
άντε
μπροστά.
Άντε Κα-Λα.
Και απ’ τα πολλά Κα-Λα
που έχουν μαζευτεί
χάνεις κι αυτά τα λίγα.
Τα καλά.
Τα όντως καλά.
Και καταλήγεις
με όλα τα Κα-Λα απροσδιορίστου
στα δυο σου χέρια
να μη ξέρεις
τί να τα κάνεις.
Και ποιο πάει πού.
Σαν κομμάτια της συρταριέρας
που κάποια στιγμή αγόρασες
και που δεν συναρμολόγησες ποτέ
γιατί δεν έβγαζες άκρη.
Πήξαμε λοιπόν στα Κα-Λα
Αυτά τα Κα και τα Λα απροσδιορίστου
που πρωτοξεκίνησες να πιπιλάς
στο σπίτι
της κάποιας θειάς
ή/και
γιαγιάς σου.
Κι έτσι αρχίσανε οι οδοντίατροι.
Και να σου τα σφραγίσματα.
Και οι τροχοί.
Και οι γέφυρες μετέπειτα.
Και όλα τα καλά του κόσμου.
Επίτηδες το έκαναν.
Απ’ την άλλη δεν έφταιγαν κιόλας.
Έτσι είχαν μάθει.
Οι θειές
ή/και
γιαγιές σου.
Με κλειδωμένα σαγόνια.
Έτσι είχαν μάθει.
Να τα κολλάνε όλα.
Τα φύλλα στην σπανακόπιτα.
Τα αυτοκόλλητα στα βαζάκια
με τις χειροποίητες μαρμελάδες.
Έτσι μεγάλωσαν
κι έτσι έμαθαν να μεγαλώνουν
παιδιά και εγγόνια.
Προίκα σου
αυτή η λάκα
η μαύρη
με το περλέ τραπεζομάντηλο.
Δεν το ‘ξερες.
Και γύρω οι βιτρίνες.
Και αυτές λάκα μαύρη.
Με το τζαμάκι.
Το πάντα κλειδωμένο.
Και τα μπιμπελό μέσα
σαν κολλημένα δόντια.
Σαν λέξεις που δεν βγαίνουν
αλλά φαίνονται.
*


Comments
Post a Comment