ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ


Κι όμως αυτές οι εφήμερες γεύσεις του άγριου, που μας τις δίνει η ομορφιά αλλά 


και η απώλεια, μπορούν να μας κάνουν να νιώσουμε τόσο στερημένες, αναστατωμένες 


και γεμάτες λαχτάρα, που να ακολουθήσουμε εν τέλει την άγρια φύση μας. 


Να ορμήσουμε τότε στην καρδιά του δάσους, μέσα στην έρημο, μέσα στο χιόνι, 


να τρέξουμε χωρίς ανάσα, με το βλέμμα μας να διατρέχει κάθε σπιθαμή του εδάφους, 


με τα αυτιά μας να αρπάζουν κάθε ήχο του περιβάλλοντος, να ψάξουμε παντού για ίχνη, 


κατάλοιπα, ένα σημάδι ότι η άγρια φύση μας παραμένει ζωντανή, ότι δεν χάσαμε κάθε 


ευκαιρία. […] να κάνουμε τα πάντα, αφού δεν αντέχουμε άλλο χωρίς τη γεύση του 


άγριου.



«Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους»


Clarissa Pinkola Estes




*



Το γλίστρημά της 


παροιμιώδες


χάνεται στα δευτερόλεπτα


μιας φευγαλέας σκέψης.



Χορεύει κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο 


τις παραφωνίες του απέναντι μπαλκονιού. 


Μια απλώστρα με εσώρουχα 


και ένα φυτό που καταφέρνει να αναπνέει ακόμα 


είναι η απάντηση


σε όλα όσα μας κρατάνε πίσω


σκέφτηκε.



Τα σιωπηλά συνεννοημένα


ταίριαζαν στον ρυθμό των πελμάτων της


κι έτσι μαγικά


συμπίπτει με όσα δεν έλεγε ποτέ.



Ο πρώτος κυβερνήτης του νέου χρόνου


είναι ένα κουκλάκι παρατημένο στα κάγκελα μιας αυλής


που όλοι λησμονούν αλλά που δεν το πρόσεξε ποτέ κανείς.



Κι έτσι μαγικά


το ασύμφωνο πάθος 


γίνεται στάση λεωφορείου στο τέλος του δρόμου


κι έρχεται μια νύχτα 


όπου η αρχή της λατρείας


προκύπτει από φθηνό βαμβακερό ύφασμα


γαριασμένο από πλύσεις στους εξήντα.



Κι έτσι μαγικά


κάτω από αμυδρό φωτισμό


με φωτογραφίζεις γυμνή


εκεί που μόνο η μουσική υπάρχει.



Και καθώς τεντώνομαι 


σαν τόξο που σπάει τον λήθαργο της σιωπής


αρχίζουμε να μιλάμε


κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο


τα διαφορετικά παράλογα 


των απέναντι μπαλκονιών.



Σιδερώνω 


για να ισιώσω σπόνδυλο σπόνδυλο


το πουκάμισο ενός φιδιού 


που περιμένω με την άνοιξη να εμφανιστεί


να λικνίσει την γλώσσα μου


με τρόπους που δεν γνωρίζεις.



Και το αχλαδόμηλο 


-το φρούτο του πεινασμένου-


υπόσχεται την αναγέννηση


μαζί με τα άνθη απ΄ τις νερατζιές


που σκάνε κάθε Πάσχα.


Υπόσχεση που σπάει το θανατικό


μιας σταυρωμένης ελπίδας


που δεν επέλεξες


αλλά που σαν γράμμα υποψίας


ενστερνίστηκες 


γιατί σε κάτι όλοι πιστεύουμε


έστω κι αν είναι μανιτάρια που μαζεύτηκαν


στον περίπατο μιας σκέψης.



Κοιτάζει κάτω


τα πέλματά της μαύρα.


Τον χειμώνα χορεύει φορώντας κόκκινες κάλτσες


κι όμως το καλοκαίρι δεν αργεί.



Μπουρμπουλήθρα μιας αυγής 


που σε λίγο θα ανατείλει. 



*





 



Comments

Popular Posts