ΓΥΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ
«Ποιός έχει τη Μύγα και ποιός τον Αίλουρο;»
Μια φορά έπαιξες στον κήπο
που μεγάλωναν μπλε μυρμήγκια.
*
Στον ύπνο μου κάνω ακροβασίες
περνάω τα πόδια μέσα απ ́ το μάτι της βελόνας
και χοροπηδώ σε μεταξένια κλωστή.
Η μουσική συνεχίζει
και μια γλάστρα πέφτει αργά απ ́ τον Πέμπτο.
Φώναζα χωρίς φωνή απ’ το πεντάγραμμο.
Κοίταζα μακριά.
Ολοένα και πιο πέρα.
Έπεφταν τα πέταλα
Κόκκινα Φούξια
σαν αυτά που έχουν τα γεράνια στην αυλή μας
στο Νησί.
{ Η σιωπή είναι υπερτιμημένη στον κόσμο των μπλε μυρμηγκιών. }
Η μύτη βαθιά στο χώμα.
Ξυπνάς ξαφνικά.
Σηκώνεσαι καθιστός πάνω από πιάτο με ψίχουλα
σαν να έτρωγες με τη χούφτα ολόκληρο το κέικ
Νύχια μαύρα.
Κρανίου τόπος το τραπέζι
κι ο σαρκοφάγος γίγαντας
χαμογελά σε κόκκινο φόντο
με το στόμα ακόμα γεμάτο.
Οι μουσούδες μας χωνιά πουλιών
που περιμένουν να ανοίξουν
να καταπιούν όλα τα θραύσματα του κόσμου.
Χαμογέλα.
Τα ούλα σου ροζ
Περασμένα με διάφανο γυαλιστικό διαρκείας.
Αυτή είναι η εικόνα υγείας
Ροζ γυαλιστερή
Σαν το ζωντανό στο εσωτερικό του όστρακου.
Ψίθυροι σπάνε την εικόνα.
Το πλάνο αλλάζει.
Ζουμ στα κινούμενα χείλη.
Η επανάληψη της ίδιας φράσης
σχηματίζει λούπες που αλλοιώνονται κάτω απ’ το νερό:
«Η προτροπή της ασυγκράτητη!»
«Η προτροπή της ασυγκράτητη!»
«Η προτροπή της ασυγκράτητη!»
Ξανά και ξανά.
Αυτό πίστευαν πάντα για εκείνη
«Η προτροπή της ασυγκράτητη!»
γι’ αυτό δεν γινόταν ποτέ πιστευτή.
Κάποιο λάκκο έχει η φάβα η φακή
η ρεβυθάδα
-
Στα όσπρια θάβονται τα πιο σκοτεινά μυστικά
γιατί έχουν όλα αυτό το άλφα το παχύ το ολοστρόγγυλο το σαν πηγάδι.
-
Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω
Τι πάει να πει «πάει πέρασε»
Κι εσύ στεκόσουν κάτω απ’ τα μπαλκόνια
και κοιτούσες τα αναμμένα φώτα
κι εγώ πίσω απ’ την κουρτίνα
δαγκωνόμουν και μετρούσα με τα δάχτυλα
τον χρόνο βάζοντας γυαλιστικό στα μάτια
να τα δεις
ροζ να γυαλίζουν όλο νόημα
όλο υγεία
μέχρι που στον τρίτο αντίχειρα
ούρλιαζα με τις κόρες μου κατακόκκινες να τσούζουν
«Σαλτιμπάγκο»
"Έι Σαλτιμπάγκο!"
Η φωνή μου χωρίς ήχο
Μες απ’ το άλφα το παχύ το ολοστρόγγυλο το σαν πηγάδι
Σκοτάδι
απ’ το πεντάγραμμο κοιτάζω μακριά
ολοένα και πιο πέρα
Πέφτουν τα πέταλα
Κόκκινα Φούξια
-
{ Τα γεράνια δεν τα αγάπησα ποτέ.
Μου θύμιζαν την μάνα που ανθίζει αίμα
Και η πίκρα να ξεβάφει στα λευκά σεντόνια. }
Πάει πέρασε Σαλτιμπάγκο.
*


Comments
Post a Comment